Παιδί και Ασφάλεια Προτεινόμενο

Το σχολείο ως προστατευτικός παράγοντας στην πρόληψη για τη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών

paidi-tsigaro-kapnisma

απόΠΑΠΠΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ την Παππά Ελευθερία, Κοινωνική Λειτουργός, Υπεύθυνη ΚΕΘΕΑ ΟΞΥΓΟΝΟ – MEd Εκπαίδευση Ενηλίκων 

Αυτές τις μέρες δημοσιεύτηκε μία νέα έρευνα που υλοποίησε το θεραπευτικό πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΠΙΛΟΤΟΣ στο νομό Μαγνησίας σχετικά με τη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών σε μαθητές Γυμνασίου. Η έρευνα επιδεικνύει συμπεριφορές κινδύνου σε έφηβους ηλικίας 12-15 ετών (ΚΕΘΕΑ, 2019). 

Από τα ευρήματα της έρευνας φαίνεται πως οι έφηβοι έχουν έρθει σε επαφή με ψυχοδραστικές ουσίες, κυρίως αλκοόλ και τσιγάρο αλλά και με την κάνναβη.

Η ηλικία έναρξης της χρήσης αλκοόλ φαίνεται να είναι τα 13 με 14 έτη. Το 67% των μαθητών που δήλωσαν χρήση αλκοόλ ήταν αγόρια και το 33% κορίτσια. 

Όσον αφορά στο κάπνισμα, το 10% των μαθητών δήλωσε ότι έχει δοκιμάσει τσιγάρο ή ότι κάπνιζε, αλλά σταμάτησε, το 3% περίπου δήλωσε περιστασιακό κάπνισμα μέσα στο μήνα και άλλο ένα 3% καθημερινή χρήση. 

Το 3% των μαθητών ανέφερε ότι κάνει χρήση ουσιών. Κυρία ουσία χρήσης αλλά και ουσία έναρξής της είναι η κάνναβη. Η ηλικία έναρξης της χρήσης είναι τα 13 έτη. Με βάση τα στοιχεία που έδωσαν οι συμμετέχοντες υπάρχει κατανάλωση και προμήθεια της ουσίας μέσα στους χώρους των περισσοτέρων σχολείων, ενώ ο αριθμός χρηστών κάνναβης βρέθηκε να τριπλασιάζεται από τα 14 στα 15 έτη.

Από τα στοιχεία της έρευνας μπορούμε να δούμε πως το σχολείο όχι μόνο αποτελεί χώρο χρήσης κάποιας ψυχοδραστικής ουσίας αλλά είναι και χώρος που προμηθεύονται οι μαθητές ναρκωτικές ουσίες. 

Γνωρίζουμε πως η χρήση ουσιών είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο που οφείλεται στο συνδυασμό διαφόρων παραγόντων όπως ψυχολογικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, οικογενειακών. 

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες κινδύνου που μπορεί να ωθήσουν έναν έφηβο να εμπλακεί με τη χρήση ουσιών. Κάποιοι από αυτούς σύμφωνα με τον Newcomb (1994) είναι οι παρακάτω:

Πολιτισμικοί και κοινωνικοί

  • Νόμοι που προάγουν τη χρήση
  • Κοινωνικά κριτήρια που προάγουν τη χρήση
  • Διαθεσιμότητα
  • Ασυνήθιστα δυσχερείς οικονομικές συνθήκες

Διαπροσωπικοί 

  • Χρήση από τους γονείς και την οικογένεια
  • Ευνοϊκή στάση ως προς τη χρήση από την άμεση/ευρύτερη οικογένεια
  • Κακές/μειονεκτικές οικογενειακές συνθήκες
  • Εντάσεις από οικογένεια
  • Απόρριψη από φίλους
  • Σχέση με φίλους που κάνουν χρήση

Ψυχοκοινωνικοί

    • Πρώιμη και προβληματική συμπεριφορά 
    • Αποτυχία στο σχολείο και στις ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες
    • Κακές σχέσεις με το σχολείο

 

  • Ευνοϊκή στάση προς τη χρήση

 

Όπως είδαμε παράγοντες που αφορούν στο σχολείο μπορεί να σχετίζονται με τη χρήση ουσιών. Οι Newcomb & Felix-Ortiz (όπ.αναφ. στην Κυρίτση, 2013) μετά από πολυετή έρευνα με μια ομάδα νέων διαπίστωσαν πως οι χαμηλές εκπαιδευτικές προσδοκίες και η χαμηλή βαθμολογία αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες στη χρήση ναρκωτικών. Αντίστοιχα, οι Hawkins et. al. (ό. π.) επισημαίνουν τη σχέση ανάμεσα στη σχολική αποτυχία και τη χρήση ουσιών. Έρευνα του Κουράκη (2004) δείχνει πως η παραβατική συμπεριφορά σχετίζεται με τη σχολική επίδοση. Δηλαδή οι παραβατικοί έφηβοι έχουν σε διπλάσιο ποσοστό καθόλου καλές σχολικές επιδόσεις. 

Σύμφωνα με την έρευνα του Κούτρα (1990) οι μαθητές που κάνουν χρήση ναρκωτικών φαίνεται να αμφισβητούν τη δομή της εκπαίδευσης και τον τρόπο ζωής μέσα στο σχολείο. Η μη σχολική προσαρμογή και η αποτυχία που ενδεχομένως μπορεί να οδηγήσει στη χρήση ναρκωτικών μπορεί να οφείλονται σε χαρακτηριστικά που διέπουν το σχολείο, όπως ο αυταρχισμός, η έλλειψη συμμετοχής των μαθητών στις διαδικασίες, η έλλειψη σύνδεσης του σχολείου με την κοινότητα και την οικογένεια (Γεωργούλας, 2000). 

Έρευνα του Κουτρουβίδη (2015) με έφηβους χρήστες ουσιών δείχνει πως υπάρχει από τη μεριά τους απαξίωση της σχολικής δομής και των απαιτήσεών της, των μεθόδων διδασκαλίας, των γνωστικών αντικειμένων, των περισσότερων χαρακτηριστικών των εκπαιδευτικών και της διεύθυνσης και του συνολικού κλίματος του σχολείου.      

Από τα παραπάνω μπορούμε να διαπιστώσουμε τη σημαντικότητα του να λειτουργεί το εκπαιδευτικό σύστημα με τέτοιο τρόπο που να αποτελεί έναν παράγοντα προστασίας, ένα μέρος όπου ο μαθητής θα νιώθει ασφαλής, δημιουργικός και ελεύθερος να αναπτύξει όλα τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα τον οδηγήσουν σε επιλογές σωστές για την πορεία της ζωής του.            

Το σχολείο ως ένας πολύ ισχυρός κοινωνικός θεσμός είναι πομπός αξιών και αρχών που μπορούν να διαμορφώσουν ή να επηρεάσουν τους μαθητές. Τους βοηθά να ενταχθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, να συμμετέχουν στο πολιτικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας (Φραγκουδάκη, 1985).

Η εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα σχολεία μπορεί να λειτουργήσει ως προστατευτικό δίχτυ για τους έφηβους και ως μέσο αναχαίτησης της φθίνουσας πορείας τους σε όλα τα επίπεδα (Κουτρουβίδης, 2015).

Οι παρεμβατικές ενέργειες σε επίπεδο πρόληψης αποτελούν ένα κομβικό σημείο για την εμπλοκή ενός νέου στη χρήση και στη συνέχεια στην κατάχρηση ουσιών. Οι παρεμβάσεις πρόληψης έχουν ως στόχο την αλλαγή στοιχείων και συμπεριφορών του ατόμου, επηρεάζοντας έμμεσα στις συμπεριφορές χρήσης. 

Η διατήρηση και η ανάπτυξη της συνολικής υγείας, η αποφυγή συμπεριφορών που μπορεί να σχετίζονται με τη χρήση ουσιών, η ευαισθητοποίηση των νέων και η ενημέρωσή τους για θέματα που αφορούν στα ναρκωτικά συγκαταλέγονται στους γενικότερους σκοπούς της πρόληψης και της εφαρμογής προγραμμάτων πρόληψης στο σχολείο. 

Το σχολείο ως ο πιο ισχυρός φορέας κοινωνικοποίησης μετά την οικογένεια, θεωρείται ο ιδανικός χώρος για την εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής υγείας. Έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει το παιδί να αναπτύξει όλες εκείνες τις δεξιότητες που θα το ενισχύσουν σε προσωπικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο, θα του παρέχει τις γνώσεις και τις ευκαιρίες συνειδητής επιλογής ενός υγιούς τρόπου ζωής. 

Τα παιδιά βρίσκονται σε ηλικία διαμόρφωσης της προσωπικότητας που είναι κρίσιμη για την απόκτηση της κατάλληλης ισορροπίας για την υγεία. Η Αγωγή Υγείας μπορεί να βοηθήσει το παιδί (και τον έφηβο) να αποκτήσει αντίληψη και γνώση του εαυτού του και του σώματός του. Αυτή η ηλικία είναι κρίσιμη για την διαμόρφωση συμπεριφορών και συνηθειών που μπορεί να επηρεάσουν την υγεία και χαρακτηρίζεται από την εγκατάσταση μεθόδου μάθησης, που θα βοηθήσει το άτομο να αντιμετωπίσει προβλήματα που συνεπάγονται από την συμμετοχή του στην κοινωνική αλληλεπίδραση.

Οι παρεμβάσεις πρόληψης που απευθύνονται σε μαθητές έχουν ως στόχο τη βελτίωση της ψυχολογικής, συναισθηματικής και κοινωνικής μάθησης των παιδιών με στόχο την ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων απέναντι στη χρήση ουσιών. Δίνεται έμφαση στη δημιουργία κατάλληλου σχολικού κλίματος που θα υποστηρίζει την ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων, θα δίνει ευκαιρίες βελτίωσης σχέσεων μεταξύ των μελών της σχολικής κοινότητας. Ο αυτοέλεγχος, η ενσυναίσθηση, η επίλυση προβλημάτων, η αναγνώριση συναισθημάτων, οι διαπροσωπικές σχέσεις αποτελούν κύριους στόχους των παρεμβάσεων στο σχολείο. 

Το σχολείο προκειμένου να πετύχει την ολιστική υποστήριξη του μαθητή και την ενίσχυση των κοινωνικών του δεξιοτήτων με τελικό στόχο την αποφυγή της έναρξης κάποιας ψυχοδραστικής ουσίας, θα πρέπει να  υλοποιεί προγράμματα πρόληψης τα οποία θα ενσωματώνουν ολοκληρωμένα θεωρητικά πλαίσια τα οποία θα αναφέρονται στην αντιμετώπιση των παραγόντων επικινδυνότητας και παράλληλα στην ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων, να αξιοποιούν μεθόδους αλληλεπίδρασης, να ενισχύουν την ανάπτυξη των ατομικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, να εφαρμόζουν και να τηρούν αυστηρά εκπαιδευτικά προγράμματα από εκπαιδευμένους εκπαιδευτικούς και τέλος να υπάρχει συγκεκριμένο εκπαιδευτικό περιεχόμενο βασισμένο σε εκπαιδευτικό υλικό και εγχειρίδια. 

Είναι όπως φαίνεται πολύ σημαντικό να σχεδιάζονται και να εφαρμόζονται στοχευμένα προγράμματα πρόληψης στο σχολείο ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα οι επιβαρυντικοί παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν ένα παιδί στη χρήση ουσιών στην εφηβεία του. Η αποτελεσματική εφαρμογή τέτοιων προγραμμάτων μπορεί να αποτελέσει κομβικό σημείο για την πορεία ενός παιδιού στη ζωή του. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Hawkins, J.D., Catalano, R.F., & Miller, J.Y. (1992). Risk and protective factors for       alcohol and other drug problems in adolescence and early adulthood: implications for substance abuse prevention. Psychological Bulletin, 112 (1), 64-105.

Newcomb, M. D. (1994). Prevalence of alcohol and other drug use on the job: Cause for concern or irrational hysteria? Journal of Drug Issues, 24(3), 403-416.   

Κουράκης Ν. (2004). Δίκαιο Παραβατικών Ανηλίκων. Στο μεταίχμιο το Ποινικού Δικαίου και  της Εγκληματολογίας. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα. Κούτρας

Κούτρας, Β. (1990). Ναρκωτικά και μαθητές Μέσης Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο       Ιωαννίνων. Διδακτορική διατριβή. Ανάκτηση από https://www.didaktorika.gr/eadd/browse?type=author&order=ASC&sort_by=2&rpp=20& value=%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%A4%CE%A1%CE%91%CE%A3%2C+%CE %92%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9B%CE%95%CE%99%CE%9F%CE%A3

Κουτρουβίδης, Π. (2015). Σχολείο και χρήστες ναρκωτικών: όταν οι απόβλητοι του       εκπαιδευτικού συστήματος ξαναγυρίζουν στα σχολεία. Αθήνα: Φίλντισι.

Κυρίτση, Ι. (2013) Πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση στη χρήση ουσιών στην       εφηβεία. Στο: Εξαρτήσεις στην εφηβεία. Αθήνα: Τμήμα Ψυχιατρικής Παιδιών και     Εφήβων Γενικού Νοσοκομείου Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ-ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ, σ. 217-237.

Φραγκουδάκη, Α. (1985). Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, Θεωρίες για την        κοινωνική ανισότητα στο Σχολείο. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.